Τρεις όψεις του πολύπλευρου έργου του Charlie Haden

Διακριτικός, αλλά πάντοτε ακριβής και δοτικός, είχε βρει τον τρόπο να διανοίξει τον δικό του προσωπικό δρόμο στην τζαζ. «Το συναίσθημα που αποκομίζει κανείς από μια νότα του, αξίζει περισσότερο απ’ όσο εκατό νότες άλλων», σχολίασε κάποτε η Carla Bley...

Βαγγέλης Πούλιος
Βαγγέλης Πούλιος
φωτογραφίες: από το αρχείο του Michael Ochs (1), David Redfern (2)

Εάν φτιάχναμε μια υποθετική τζαζ ορχήστρα, μαζεύοντας τους δυο-τρεις κορυφαίους σε κάθε όργανο, μπορεί στα περισσότερα απ’ αυτά να δημιουργούνταν ανεπίλυτα ζητήματα, του στυλ «γιατί να μπει ο τάδε και να μείνει έξω ο δείνα». Όμως στη θέση του μπάσου τα πράγματα θα ήταν μάλλον πιο ξεκάθαρα. Όχι γιατί δεν έχουν υπάρξει αρκετοί σημαντικοί μπασίστες· αλλά επειδή ήταν λίγοι εκείνοι που, μαζί με την εξέλιξη της επί μέρους τεχνικής, συνέβαλλαν καθοριστικά και στις εν γένει μουσικές εξελίξεις. Σε μια τέτοια μπάντα, λοιπόν, ο Charlie Haden θα στεκόταν ακριβώς πίσω από τον ανυπέρβλητο Charles Mingus, με έναν από τους Ray Brown, Scott LaFaro, Jaco Pastorius ή Dave Holland να συμπληρώνει την «Αγία Τριάδα». 
 
Ασχολούμαστε επομένως εδώ με τον Charlie Haden, εξετάζοντας τρεις όψεις ή τρεις στιγμές του πολύπλευρου έργου του, ως απαραίτητο φόρο τιμής σε έναν σπουδαίο μουσικό, ο οποίος άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο τον Ιούλιο του 2014, στα 76, χτυπημένος –τη φορά αυτή μοιραία– από την πολιομυελίτιδα που τον είχε ξαναταλαιπωρήσει στα μικράτα του, όταν μεγάλωνε στην επαρχία της Αϊόβα. Στα 15 του πάντως, η ασθένεια (παρά τα όποια προβλήματα) ήταν εκείνη που κατά μία έννοια τον έσπρωξε στο κοντραμπάσο. Με τα νεύρα στην περιοχή του προσώπου και του φάρυγγα αδυνατισμένα, του ήταν αδύνατο να επιτελέσει τα τραγουδιστικά του καθήκοντα στην οικογενειακή μπάντα των Haden, της οποίας ήταν ενεργό μέλος ήδη από την ηλικία των... 2! Έπιασε έτσι το μπάσο του μεγαλύτερου αδερφού του και, σε λιγότερο από μία πενταετία (το 1956), αναζητούσε την τύχη του ως μουσικός της τζαζ στο πολύβουο Λος Άντζελες. 

 
Το σχήμα της τζαζ (που όντως ήρθε) 
 
Στη αμερικανική δύση ο Haden έφτασε για να σπουδάσει στο Westlake College of Music, σκοπεύοντας παράλληλα να εξαντλήσει τις πιθανότητές του να βρεθεί πλάι στους αγαπημένους του μουσικούς (ο πιανίστας Hampton Hawes ήταν τότε το Νο1 στη σχετική λίστα). Έφερε όμως μαζί του δύο σημαντικά εφόδια, τα οποία έμελλε να αποδειχθούν σημαντικά στη μετέπειτα διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας. Το πρώτο είχε ασφαλώς να κάνει με την καλά εμπεδωμένη εμπειρία του να παίζεις στα πλαίσια μιας ομάδας: να αντιλαμβάνεσαι δηλαδή σε βάθος τις προτεραιότητες, τις ελευθερίες και τους περιορισμούς που κάτι τέτοιο συνεπάγεται· και το δεύτερο με τη μουσική παρακαταθήκη της οικογένειας Haden, δηλαδή την παράδοση της αμερικανικής υπαίθρου –αυτό που τότε λεγόταν hillbilly και αργότερα μετονομάστηκε στο (πιο εύσχημο) country. Ειρήσθω εν παρόδω, η μπάντα των Haden δεν συνόδευε απλώς οικογενειακές συνεστιάσεις ή γλέντια, αλλά είχε και το δικό της ραδιοφωνικό σόου. Ήταν δηλαδή «επαγγελματική», τηρουμένων όλων των αναλογιών.
 
Στο Λος Άντζελες τώρα, ο Haden συμπλήρωνε γρήγορα με τικ τη λίστα με τους μουσικούς με τους οποίους συνέπραττε. Ο σαξοφωνίστας Art Pepper, φυσικά ο Hawes, αλλά και ο πιανίστας Paul Bley άνηκαν ήδη στην αφρόκρεμα της εποχής και ο Haden είχε ήδη βρεθεί στο πλευρό τους ως τα τέλη του 1958. Όχι κι άσχημα για έναν 20άχρονο απ’ την επαρχία. 
 
Ιδίως η συνεργασία με τον Bley, θα αποδεικνυόταν σύντομα κομβική. Στα μέσα του ’57, ο Haden μπαίνει για πρώτη φορά σε θάλαμο ηχογραφήσεων, γράφοντας με το κουαρτέτο που καθοδηγούσε ο Bley τον δίσκο Solemn Meditation. Την επόμενη χρονιά, ο Bley θα στήσει ένα καινούργιο σχήμα –το επονομαζόμενο The Fabulous Paul Bley Quintet– με το οποίο κι έκλεισε ορισμένες ημερομηνίες στο Hillcrest Club, απ’ όπου προέκυψε και η ομώνυμη λάιβ ηχογράφηση (η οποία, αν δεν απατώμαι, πρωτοκυκλοφόρησε αρκετά αργότερα, το 1971). 
 
 
Το ότι το κουιντέτο ασκούσε αυτοσχεδιασμούς βασισμένους μεν στις bop νόρμες, αλλά όχι ακριβώς αυτονόητους, ήταν κάτι σημαντικό, αλλά όχι το σημαντικότερο. Τα σπουδαία έχουν να κάνουν με την ίδια τη σύνθεση της μπάντας, καθώς οι τέσσερις (χωρίς τον Bley), θα σχημάτιζαν σύντομα ένα κουαρτέτο το οποίο θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας. Θα δημιουργούσαν, αν θέλετε, μια νέα επανάσταση που θα καταφερόταν εναντίον της προηγουμένης, η οποία στο μεταξύ έχει μετατραπεί σε καθεστώς. 
 
Μιλάμε φυσικά για τον Haden στο μπάσο, τον Ornette Coleman στο άλτο σαξόφωνο, τον Don Cherry στην τρομπέτα και τον Billy Higgins στα τύμπανα. Ο Haden είχε γνωρίσει τον 28άχρονο τότε Coleman λίγο πριν την κοινή τους εμφάνιση στο γκρουπ του Bley, ακούγοντάς τον σε μια οντισιόν απ’ την οποία ο Coleman εκδιώχθηκε κακήν κακώς. Ο Haden αναγνώρισε την ελευθερία μέσα στο άναρχο παίξιμο του άλτο, ρώτησε, έμαθε και τελικά συνάντησε τον Coleman για να του αποτίνει το σέβας και βεβαίως να τον προσκαλέσει και για το σχετικό jam. Κι εκεί, μέσα στο μικρό δωμάτιο του τελευταίου, όπου μεγάλο μέρος των επιφανειών καλύπτονταν από σκόρπια φύλλα μουσικής –προπλάσματα ενός κοντινού μέλλοντος– τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν τη μορφή τους. 
 
Arthrohad_2
 
Τον Μάιο του ’59, αφού οι τέσσερις είχαν ήδη διαπιστώσει πως μοιράζονταν «κοινές σκέψεις περί της μουσικής», μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τον τρίτο δίσκο του Coleman (και πρώτο στο ήδη αναγνωρισμένο label της Atlantic), The Shape Of Jazz To Come. Δίσκος δύστροπος για τα δεδομένα της εποχής, ο οποίος σίγουρα δεν ήταν γραμμένος για να σπάσει ταμεία, χάραξε ωστόσο μια βαθιά τομή στο σώμα της τζαζ, προκαλώντας σημαντικές αλλαγές.  
 
Λίγο αργότερα, το κουαρτέτο μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, αναλαμβάνοντας για 6 εβδομάδες τη σκηνή του Five Spot, ένα «must» μέρος για την προοδευτική τζαζ σκηνή της πόλης, που ήδη είχε προλάβει να φιλοξενήσει μουσικούς όπως ο Thelonious Monk και ο John Coltrane. Φυσικά οι αντιδράσεις δεν ήταν όλες θετικές ή (επί το ακριβέστερο) στην αρχή ήταν αρνητικές. «Θυμάμαι την πρώτη κριτική που διάβασα στους New York Times», διηγείται ο Haden, «για αυτούς δεν ήμασταν παρά ένα μάτσο θόρυβος». Και στους ομότεχνούς τους, όμως, οι πρώτες εντυπώσεις δεν ήταν πολύ καλύτερες. «Στην αρχή δεν άρεσαν στους μουσικούς», εξηγεί η μετέπειτα σταθερή συνεργάτης του Haden, πιανίστρια Carla Bley· «άνθρωποι που έχουν ξοδέψει σημαντικό χρόνο για να μάθουν τους κανόνες δεν βλέπουν με καλό μάτι τις αλλαγές, καθώς μετά θα πρέπει να αλλάξουν και τον τρόπο με τον οποίον σκέφτονται». 
 
Κι όμως, το The Shape Of Jazz To Come ήταν πιθανόν ο πιο ριζοσπαστικός δίσκος από τότε που η bop ήρθε φουριόζα στο προσκήνιο. Κατ' αρχάς δεν υπήρχε πιάνο, κάτι μάλλον ασυνήθιστο (αν όχι πρωτόγνωρο) για τα τότε δεδομένα. Έπειτα ήταν κι η ίδια η δομή, η οποία αμφισβητούσε το τι η bop θεωρούσε αποδεκτό και τι όχι. Οι αρμονίες και οι τονικότητες αποκτούσαν μια δική τους ιδιοσύσταση, οι αλληλουχίες που τις συνέδεαν μια δική τους λογική και οι αυτοσχεδιασμοί αποδεσμεύονταν από τους πολλούς περιορισμούς του φορμαλισμού. Το άλμπουμ άνοιγε διεξόδους, φανέρωνε ένα δυνητικά άπειρο πλήθος πιθανοτήτων και προκάλεσε τόσες αλυσιδωτές αντιδράσεις, ώστε ο τίτλος του σύντομα έχασε την κάπως αλαζονική του υπόσταση, διατηρώντας στο ακέραιο την άλλη, την προφητική
 
 
Οι συνθετικές ή ερμηνευτικές παραδοξότητες του Coleman βρίσκονταν βέβαια στο επίκεντρο, όμως το The Shape Of Jazz To Come ήταν δίσκος συνόλου, περισσότερο από δίσκος ενός ηγέτη. Υπήρχε η συνήθως ορμητική δημιουργικότητα του Cherry –πάντοτε έτοιμη να προεκτείνει τις ιδέες του Coleman– υπήρχε η ευφυής στήριξη που προσέφερε με το σετ του ο Higgins, καθώς κι ένας μπασίστας που έπαιρνε το μπάσο από το φόντο στον οποίο συνήθως βρισκόταν και το έβαζε στο προσκήνιο, υποκαθιστώντας (υπό μία έννοια) τον μεταξύ ρυθμού και μελωδίας ρόλο του πιάνου. Σχολιάζοντας το παίξιμο του Haden σ’ εκείνα τα live session στο Five Spot, o (επίσης μπασίστας) Steve Swallow σημειώνει: «είχα μείνει κατάπληκτος με την ικανότητά του να γίνεται η σκιά σε κάθε κίνηση του Ornette». Κι αν κάτι τέτοιο μοιάζει σχετικά απλό όταν μιλάμε για λίγο ως πολύ στανταρισμένες ακολουθίες, δεν είναι και τόσο όταν έχουμε να κάνουμε με ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς, οι οποίοι πότε πηγαίνουν προς τη μία και πότε προς την άλλη κατεύθυνση. 
 
«Ο Charlie βρίσκεται σ’ αυτή τη διχοτομία μεταξύ ελέγχου και ελευθερίας», εξηγεί ο Keith Jarrett, προσφέροντας ίσως την επιτομή της ιδιοσυγκρασίας που θα τον χαρακτηρίσει έκτοτε. Πολλοί άλλοι λένε (μάλλον ορθά) πως θα βρει κανείς πολλούς μπασίστες ταχύτερους ή «αντικειμενικά» ικανότερους επί του οργάνου. Αλλά το παίξιμο του Haden στηρίζεται σε μια προσεκτική ακρόαση των συμπαικτών του, στον βαθύ τόνο που βγάζει το κοντραμπάσο του και στον μεστό συναισθηματισμό του, παρά στη γρήγορη εναλλαγή μουσικών συμβάντων: «Το συναίσθημα που αποκομίζει κανείς από μια νότα του, αξίζει περισσότερο απ’ όσο εκατό νότες άλλων», σχολιάζει η Carla Bley. Διακριτικός, αλλά πάντοτε ακριβής και δοτικός, ο Charlie Haden είχε βρει τον τρόπο να διανοίξει τον δικό του προσωπικό δρόμο.
 
Liberation
 
Μετά το The Shape Of Jazz To Come, ο Haden ηχογραφεί με τον Coleman άλλους 4 δίσκους μέχρι το 1961, μεταξύ αυτών και το επίσης μνημειώδες Free Jazz: A Collective Improvisation. Εκεί ο Coleman καθοδηγεί όχι ένα, αλλά δύο κουαρτέτα, με ένα να ακούγεται από το δεξί κι ένα από τ’ αριστερό κανάλι. Ενδιαμέσως, το 1960, συνεργάζεται και με τον John Coltrane συμμετέχοντας στον κοινό δίσκο του τελευταίου με τον Don Cherry, το σπουδαίο Avant Garde. Με τον Coleman θα ξαναβρεθεί το 1966 και μέχρι το 1971 θα ηχογραφήσει μαζί του άλλους 7 δίσκους, μεταξύ αυτών και το ντουέτο Soapsuds, Soapsuds
 
Ωστόσο η πορεία δεν ήταν ανέφελη. Επηρεασμένος και από όσα στερεότυπα συνέδεαν την ορμή της τζαζ με τα (βαριά) ναρκωτικά, ο Haden εθίζεται στην ηρωίνη, γεγονός που τον αναγκάζει να διακόπτει σποραδικά τις δραστηριότητές του για αποτοξίνωση. Καθαρίζει οριστικώς λίγα χρόνια αργότερα, προφανώς αντιλαμβανόμενος πως «ο Bird [δηλ. ο Charlie Parker] ήταν σπουδαίος μουσικός παρά τον εθισμό του, όχι εξ αιτίας του», όπως θα πει ο ίδιος αργότερα. 
 
Βρισκόμαστε λοιπόν στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο Haden είναι μέλος τόσο των διαφόρων σχημάτων του Coleman, όσο και του εξαιρετικού τρίο του Keith Jarrett, σχηματίζοντας ένα αξιομνημόνευτο rhythm section με τον Paul Motian. Συμμετέχει επίσης σε διάφορες σημαντικές κυκλοφορίες, όπως το Mama Too Tight του Archie Shepp ή το ομώνυμο άλμπουμ της Jazz Composers’ Orchestra, την οποία διευθύνουν ο Michael Mantler και η Carla Bley και συμμετέχουν (μεταξύ άλλων) οι Cecil Taylor, Don Cherry, Pharoah Sanders και Roswell Rudd. Είναι επίσης μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης στην Αμερική, κατά την οποία η κυβέρνηση Johnson αρχικά και Nixon εν συνεχεία, συνεχίζει να προσφέρει «μαθήματα δημοκρατίας» σε χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας (Βιετνάμ, Καμπότζη κ.ά.). Ο Haden, ήδη πολιτικοποιημένος στον αγώνα εναντίον των φυλετικών διακρίσεων, αποφασίζει πως κάτι πρέπει να κάνει. 
 
Απευθύνεται έτσι στην Carla Bley, η οποία αναλαμβάνει τις ενορχηστρώσεις και στήνουν μαζί μια μεγάλη ορχήστρα, τους Liberation Music Orchestra. Το πρώτο άλμπουμ εκδίδεται το 1969, συνδυάζοντας ευθείες παραπομπές στα γεγονότα του Ισπανικού Εμφυλίου, μια μουσική προσωπογραφία για τον Τσε, καθώς και την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Αμερική (λ.χ. η εξόδιος σύνθεση του δίσκου, το “We Shall Overcome”, είναι εμπνευσμένη από το περίφημο συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο το 1968, το οποίο εξελίχθηκε σε μια σύγκρουση μεταξύ των υπέρμαχων του πολέμου στο Βιετνάμ και των κατηγόρων του). 
 
 
Λίγα χρόνια αργότερα, στα τέλη του 1971 –κι ενώ έπαιζε ήδη σε τουλάχιστον 3 πλήρως ενεργά σχήματα (και με νεογέννητες τις τρίδυμες κόρες του Tanya, Petra και Rachel)– ο Ornette Coleman του κάνει μια πρόταση που δεν μπορεί να αρνηθεί: μια περιοδεία στην Ευρώπη με το κουαρτέτο του (Coleman/Haden/Redman/Blackwell) στα πλαίσια της Newport Jazz Festival Tour, στην οποία θα συμμετείχαν επίσης σχήματα όπως αυτά των Duke Ellington, Miles Davis, Dexter Gordon, Keith Jarrett, Thelonious Monk κ.ά. Μεταξύ των πόλεων στις οποίες θα γυρνούσε αυτό το φεστιβάλ ήταν και η Λισσαβόνα, σε μια Πορτογαλία η οποία ζούσε ακόμη στη σκληρή πραγματικότητα του Estado Novo, του αυταρχικού δηλαδή καθεστώτος που ίδρυσε το 1933 ο António Salazar και συνέχιζε τότε υπό τον Marcelo Caetano. Το καθεστώς εκείνη την περίοδο κατέστειλε με βιαιότητα τα αυτονομιστικά κινήματα στις αφρικανικές αποικίες (Αγκόλα, Μοζαμβίκη κ.ά.) και ο πολιτικά ευαίσθητος Haden –αφού δεν μπορούσε να παραβεί το συμβόλαιο με τη διοργάνωση και να μην εμφανιστεί– αποφάσισε να κάνει κάτι πιο δραστικό. Κατά τη διάρκεια του λάιβ, πήρε λοιπόν το μικρόφωνο αναγγέλλοντας τη σύνθεσή του “A Song For Che”, αφιερώνοντάς τη, εν μέσω θριαμβευτικών επευφημιών, στα αφρικανικά κινήματα. Ένα απόσπασμα από εκείνη τη στιγμή παρουσιάζεται στο παρακάτω αφιέρωμα ενός πορτογαλικού καναλιού το 1990.
 
 
Είναι βεβαίως ευνόητο πως κάτι τέτοιο δεν πέρασε απαρατήρητο από τις χουντικές αρχές: ο Haden πιάστηκε στο αεροδρόμιο, ανακρίθηκε, κρατήθηκε για λίγες μέρες και αφέθηκε ελεύθερος μόνο μετά την (απρόθυμη) παρέμβαση της αμερικανικής πρεσβείας. Επίσης ευνόητο, πως μια τέτοια κίνηση δεν άρεσε ούτε στην (ψυχροπολεμική) κυβέρνηση των Η.Π.Α., με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί για εκείνον ένας λεπτομερής φάκελος στο FBI.
 
Roots & Duets
 
Ωστόσο ο Haden δεν ήταν μόνο αυτός ο ριζοσπάστης μουσικός. Ο συναισθηματισμός του τόνου του, ο γεμάτος ήχος του, αλλά και η ικανότητά του να επικοινωνεί σε βάθος με τους συνοδοιπόρους του, τον έκαναν ιδανικό (και) για μικρούς σχηματισμούς, με περισσότερο οξυμένη τη «συναισθηματική νοημοσύνη». Όπως έλεγε ο ίδιος: «πριν τη μουσική υπήρχε η σιωπή και ο σχηματισμός του ντουέτου σου επιτρέπει να χτίσεις πάνω σ’ αυτήν τη σιωπή». 
 
Ήδη απ’ τη δεκαετία του 1970 το ενδιαφέρον του εστιαζόταν και εκεί. Αναφέρθηκε παραπάνω ο δίσκος με τον Coleman, στην ίδια εποχή τον βρίσκουμε όμως να ηχογραφεί διάφορα άλλα ντουέτα –με τον Hampton Hawes, την Alice Coltrane, τον Don Cherry ή τον Paul Motian. Βεβαίως και με τον Keith Jarrett, με τον οποίον (πέραν των υπολοίπων συνεργασιών) θα κυκλοφορήσει δύο ακόμα άλμπουμ, το Jasmine του 2010 και το Last Dance το 2014, ένα πραγματικά ιδανικό αντίο. 
 
Σημαντική επίσης ήταν και η συνεργασία του με τον κιθαρίστα Pat Metheny, εκφρασμένη στην πληρότητά της στον δίσκο Beyond The Missouri Sky (1997), για τον οποίον μάλιστα βραβεύθηκαν και με Grammy. Όπως επίσης κι αυτή με τον πιανίστα Hank Jones, με τον οποίον διασκεύασαν παλιά νέγρικα spirituals, σε δύο δίσκους με εξαιρετική εμβρίθεια και λεπτότητα, το Steal Away του 1995 και το Come Sunday –την τελευταία ηχογράφηση του Jones, η οποία κυκλοφόρησε 2 περίπου χρόνια μετά τον θάνατό του, το 2012. 
 
 
Όσο για τις μουσικές ρίζες του Haden, αυτές υπό μία έννοια ποτέ δεν τις εγκατέλειψε. Είτε παρεμβάλλοντας ορισμένες μεταφράσεις παραδοσιακών θεμάτων στη δισκογραφία του, είτε αφήνοντάς τις να δράσουν περισσότερο υπόγεια –χρωματίζοντας ορισμένες απολήξεις του μουσικού του λόγου– ο Haden κατάφερνε να τους μείνει πιστός οσοδήποτε μακριά κι αν τον έφεραν οι πειραματισμοί του με την ελεύθερη τζαζ. Το 2008, μάλιστα, ηχογράφησε συν γυναιξί και τέκνοις τον δίσκο Rambling Boy, έναν ειδικό φόρο τιμής στο country παρελθόν του. 
 
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε για πολύ ακόμα τη συγκεκριμένη ρετροσπεκτίβα, δεδομένου ότι το έργο που άφησε πίσω του ο Charlie Haden έχει ακόμα μπόλικες πτυχές που δεν αναφέρθηκαν ή αναφέρθηκαν ελλιπώς. Όπως ας πούμε η συνεισφορά του στην ίδρυση του τμήματος τζαζ στο πανεπιστήμιο CalArts της Καλιφόρνιας, το γκρουπ Old And New Dreams που δημιούργησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 με τους παλιόφιλους απ’ το κουαρτέτο του Coleman (τον Don Cherry, τον Ed Blackwell και τον Dewey Redman) ή το σχήμα Quartet West με σφραγίδα ιδρύσεως το 1987 και με έναν πιο συμβατικό τζαζ ήχο. Ή να αναφερθούμε στις συνεργασίες του με την Alice Coltrane, τον Brad Mehldau, τον υιό Redman, τον Joshua, τη συμμετοχή του σε προσωπικούς δίσκους της Bley (λ.χ. στο υπέροχο Escalator Over The Hill) ή να επιμείνουμε στην πλούσια δισκογραφία του με τον Keith Jarrett. Ήδη όμως νομίζω πως εξαντλήθηκε η λογική «χωρητικότητα» του παρόντος, μάλλον και η υπομονή και των πιο υπομονετικών εκ των αναγνωστών. 

Στην αρχική του μορφή, το παρόν άρθρο γράφτηκε ως κατευόδιο σ' έναν σπουδαίο μουσικό, με τη γνώση ότι η ζωή ανθρώπων με τέτοιο έργο συνεχίζεται μέσω αυτού, ακόμα και όταν η φθαρτή βιολογική ύλη ακολουθήσει τη φυσική οδό της επανένταξης στο «οργανικό όλον». Πολλές επίσης από τις δηλώσεις σε εισαγωγικά που αναφέρθηκαν παραπάνω βρίσκονται στο ντοκιμαντέρ του Reto Caduff για τον Charlie Haden με τον τίτλο Rambling Boy. Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να πατήσει εδώ.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Κάθε μήνα το Avopolis θα συγκεντρώνει τους δίσκους που έμειναν λίγο παραπάνω στα ακουστικά του.

Πριν ακριβώς 15 χρόνια, στις 29 Μαΐου του 2005, το ιστορικό λαιβάδικο της οδού Μάρνη έριξε ...

FEATURED TODAY

Με αφορμή την πρόσφατη δολοφονία του George Floyd που έκανε τη Μινεάπολις το δυναμίτη μιας φλεγόμενη Αμερικής, ο Μάκης Μηλάτος ξεκινάει από αυτό το

Κάθε εβδομάδα, ο Επίτροπος θα επαναφέρει την τάξη, ακόμη κι αν οι χατζημεταλλάδες δεν έχουν σωτηρία. Στο νέο του Παρατηρητήριο μας κάνει βασικά μαθήματα ροκ,

HOT STORIES

Ariana Grande, John Legend, Ice-T ανάμεσα σε αυτούς που εξέφρασαν τη διαδικτυακή δυσαρέσκειά τους για τις δηλώσεις του αμερικανού προέδρου περί στρατιωτικής

Top
0
Shares