Η ψευδαίσθηση του διλήμματος ελληνικού και «ξένου» στίχου

Πώς γίνεται να πονάς, να λυπάσαι, να θυμώνεις σε μια άλλη γλώσσα; 

Κείμενο: Aντώνης Ξαγάς

* προσαρμοσμένη αναδημοσίευση άρθρου που δημοσιεύτηκε σε παλιότερο τεύχος του περιοδικού Sonik

Ζούμε σε μια χώρα η οποία έχει θέματα με τον εαυτό της.
Πολλά θέματα, δυσεπίλυτα και χρονίζοντα. Μία χώρα η οποία, 200 χρόνια μετά την ίδρυση κράτους (λέμε τώρα...), ακόμη ψάχνει την ανασφαλή (ανάδελφη είχε πει κάποτε ένας ...γίγας της πολιτικής) θέση της στον κόσμο. Δύση, Ανατολή, σταυροδρόμι πολιτισμών, κοντολογίς οι ιδανικές προϋποθέσεις για μια πολιτισμική σύνθεση, μια γόνιμη αλληλεπίδραση χωρίς αποκλεισμούς και όρια, με πνεύμα ανοιχτό στους ανέμους των καιρών.

100_9124.jpg

Παρ' ολ’ αυτά, απέναντι στο εκάστοτε «ξένο» εκδηλωνόταν ανέκαθεν μια συμπλεγματική στάση. Φόβος και θαυμασμός, απέχθεια και μιμητισμός, σύνδρομο ανωτερότητας και κατωτερότητας, ταυτόχρονα στο ίδιο μείγμα! «Κρίση ταυτότητας» θα έβγαζε διάγνωση ο Ψ. Πόσο μάλλον τώρα, υπό συνθήκες μιας άγριας, ουχί μόνο οικονομικής κρίσης, η οποία φέρνει ξανά στο φως υπαρκτές εξαρτήσεις και διαψεύδει τις φαντασιώσεις περί «εθνικής ανεξαρτησίας».

Καλό είναι να έχουμε κατά νου τούτο το γενικότερο πλαίσιο, όταν αγγίζουμε θέματα τα οποία φέρνουν την ελληνικότητα σε αντιπαράθεση με το ξένο. Ακόμη κι όταν αυτή αφορά το μικρό μας μουσικό χωριό: ελληνικός στίχος ή αγγλικός; Ένα δίλημμα παλαιό, το οποίο έχει ήδη μεγαλώσει μερικές γενιές και ολοένα υποτροπιάζει (από τα 1960s, όταν και πρωτοεισήχθησαν τα καινά δαιμόνια του ροκ στα παρθένα μέρη μας, στα αγγλόφωνα 1980s, στις Τρύπες και στους κλώνους τους, έως το σήμερα, όπου το αγγλόφωνο είναι πάλι καβάλα στο άλογο). Ένα δίλημμα το οποίο πολλές φορές τίθεται με τρόπο απόλυτο, διπολικό, εμπρηστικό. Είναι που μας αρέσει να καταλαμβάνουμε θέσεις σε απέναντι ταμπούρια, και μετά ...πυρ ομαδόν και κατά βούληση. 

giannisagelakas.JPG

Φυσιολογικά δεν θα έπρεπε να υφίσταται ζήτημα. Ο τρόπος έκφρασης του κάθε καλλιτέχνη είναι απόλυτα προσωπική επιλογή, υποτίθεται καθοριζόμενη από βιώματα, συναισθήματα, ιδέες (ή και ιδεοληψίες, αν προτιμάτε). Εντάξει, να προσθέσω και τα εμπορικά κριτήρια: θεμιτό και αποδεκτό για κάθε καλλιτέχνη, ακόμη και τον πιο πειραματικό. 

Αν ανοίξουμε δε το θέμα σε ευρωπαϊκή διάσταση, δεν θα συναντήσουμε ανάλογης έκτασης προβληματισμούς, είτε μιλάμε, από το ένα άκρο, για χώρες μεγάλης εθνικής πολιτιστικής και γλωσσικής αυτοπεποίθησης όπως η Γαλλία, η Ιταλία, αλλά και η άσπονδος γειτόνισσα Τουρκία (έχετε δει το ντοκιμαντέρ του Φατίχ Ακίν Crossing the Bridge: The Sound of Istanbul, για να δείτε τι σημαίνει «μέσα από το τοπικό φτάνω στο παγκόσμιο»;) είτε, στο άλλο άκρο, για χώρες οι οποίες μετέχουν ενεργά της αγγλοσαξονικής παιδείας (βλέπε π.χ. τη Σουηδία, πρώτη χώρα παραγωγής …γενόσημης brit-pop). Τι συμβαίνει λοιπόν στα καθ’ ημάς και είμαστε πάλι η ιδιαίτερη περίπτωση; 

Το πρόβλημα ξεκινά όταν το γλωσσικό ζήτημα αποκτά ιδεολογική διάσταση. Δεν είναι η πρώτη φορά... Ιστορικά η γλώσσα χάραξε διαχωριστικές γραμμές, υπήρξε εργαλείο καταπίεσης, πήρε πολιτική χροιά και προκάλεσε φορτίσεις. Στη μουσική έφτασε να καθορίσει τον ανιστόρητο και εντελώς άτοπο διαχωρισμό της μουσικής σε «ελληνική» και «ξένη» (με μπόλικο νερό στον μύλο αυτό να έχει κουβαλήσει και ο εγχώριος μουσικογραφιαδισμός). Στη βάση αυτή πάντοτε μπερδευόμουν: οι Metro Decay ήταν «ελληνική» μουσική; Οι Socrates; Οι Στέρεο Νόβα; Η May Roosevelt σήμερα;

May_Roosevelt_2_by_2L8toolate.jpg

Τα επιχειρήματα εκάτερων των πλευρών είναι λίγο-πολύ γνωστά. Θα εστιάσω όμως στην αίσθηση που έχω ότι η αγγλόφωνη επιλογή υπαγορεύεται συχνά από μια τάση «ευκολίας» αλλά και μιας υποσυνείδητης υποτίμησης. Είναι αυτή η ψευδαίσθηση που κυκλοφορεί ότι τα αγγλικά είναι μια γλώσσα φτωχή, εύκολη (ο καθένας έχει πια ένα Lower), με την οποία δήθεν δεν μπορείς να εκφράσεις πολύπλοκα βαθιά νοήματα, επαρκής όμως για να σκαρώσεις άνετα δυο-τρία συνθηματικά στιχάκια («μην μας πούνε και έντεχνους»). Δεν χρειάζεται νομίζω υπεράσπιση η γλώσσα του Σαίξπηρ και του Μπλέηκ και τόσων άλλων. Στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Ari A. E. Magnússon Screaming Μasterpiece (2005), οι Ισλανδοί πιτσιρικάδες Nilfisk το θέτουν σε αφοπλιστική βάση ειλικρίνειας: «μας είναι δύσκολο να γράψουμε στίχους με νόημα στα ισλανδικά, οπότε καλύτερα να γράψουμε μερικές σαχλαμάρες (bullshit) στα αγγλικά». Για να μην αδικήσουμε τους ντόπιους αστέρες, και στη μεγάλη πλειονότητα των «γνήσιων» αγγλόφωνων του Νησιού, το επίπεδο του στίχου κάνει τα ημερολόγια τοίχου να μοιάζουν με ...έγκριτες ποιητικές συλλογές. Πόσοι όμως, από ακροατές έως κριτικοί, το προσέχουν;

Metro Decay.jpg
Και αν θεωρήσουμε τη μουσική ένα όχημα μεταφοράς συναισθημάτων, αλήθεια, πώς γίνεται να πονάς, να λυπάσαι, να θυμώνεις σε μια άλλη γλώσσα; Και ποιο το νόημα της ελαφρώς σουρεαλιστικής κατάστασης να απευθύνεσαι κατ’ ουσία σε συμπατριώτες σου σε μια ξένη γλώσσα; Τα περί διεθνούς καριέρας μέσα από την καταναγκαστική χρήσης της σύγχρονης lingua franca, είναι επιχειρήματα επιπέδου Eurovision, αφήστε που πλέον δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπάρχουν τόσα αντι-παραδείγματα σε ακόμη πιο δύσκολες γλώσσες (για να καταρριφθεί και αυτό το επιχείρημα), ώστε δεν έχει πια νόημα η παράθεσή τους. Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η ροή των πραγμάτων ευνοεί πλέον τις τοπικές κουλτούρες. Όσοι το αντιληφθούν θα έχουν μια ελπίδα να ακουστούν και σε περισσότερα γεωγραφικά μήκη και πλάτη...

Θα μου πείτε, η φωνή και ο στίχος μπορεί να αντιμετωπιστεί απλά ως ένα ακόμη όργανο, και η προσωδία της αγγλικής «ταιριάζει στη ροκ». Ακόμη κι αν δεχτούμε αυτό το αμφίβολο θέσφατο, υπάρχουν ακόμη κι έτσι κάποιες προϋποθέσεις. Αν ένα συγκρότημα θέλει δηλαδή να προσθέσει στον ήχο του όμποε, θα φροντίσει να βρει έναν παίκτη ο οποίος τουλάχιστον δεν θα φαλτσάρει (αν όχι, θα φροντίσει να πουλήσει το αποτέλεσμα ως πειραματικό και αυτοσχεδιαστικό, αλλά ας την αφήσουμε αυτή την περίπτωση). Γιατί λοιπόν στη χρήση της γλώσσας να κάνουμε εκπτώσεις; 

Για να καταλήγουμε και κάπου... Η επιλογή της γλώσσας αυτή καθεαυτή δεν σημαίνει τίποτε, ούτε προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Ας είναι στα αγγλικά, στα γερμανικά ή στα ...σουαχίλι. Αν υπάρχει περιεχόμενο, ουσία, πάθος, γνώση και τελικά αισθητική, όλα τα υπόλοιπα περισσεύουν....


 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

O Μάκης Μηλάτος επιλέγει τους δίσκους εκείνους που αναμένουμε να κυκλοφορήσουν μέσα στη

Το Avopolis αποχαιρετά τον σπουδαίο συνθέτη που έφυγε από τη ζωή στα 91 του χρόνια, ξανακούγοντας

Κάθε μήνα το Avopolis θα συγκεντρώνει τους δίσκους που έμειναν λίγο παραπάνω στα ακουστικά του. Ο

FEATURED TODAY

Ο Colson Whitehead «σήκωσε» το δεύτερό του Πούλιτζερ με ένα μυθιστόρημα που αν και εκτυλίσσεται στα 60s, χτυπάει τη φλέβα του Black Lives Matter. Το ...

Στο νέο του Diggin', ο Ζώης Χαλκιόπουλος ψάχνει τη χρονομηχανή για να μεταφερθεί στο 1970 και τη δημιουργία του Mike Westbrook's Love Songs.

HOT STORIES

Όλα όσα πρόκειται να δούμε στο μουσικό πρόγραμμα της Τεχνόπολης μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου.

Ο παραγωγός ανακοίνωσε τον τρίτο του δίσκο για φέτος, Telas, που θα κυκλοφορήσει την Παρασκευή 17 Ιουλίου.

Πρόκειται για συναυλίες των Metallica με τη συνοδεία της συμφωνικής ορχήστρας του San Francisco που ηχογραφήθηκαν στις 6 & 8

Top