Biff Byford - School Of Hard Knocks

Μένει αρκετά κοντά στο Παράδειγμα των Saxon και επιλέγει να τα κάνει όλα α-λα-παλαιά, όμως όταν οι βαρυκόκαλες κιθάρες κουμπώνουν τα ηλεκτρικά τους βολτ πάνω στο χρώμα και στη (νυν) χροιά της φωνής του, το «θαύμα» συντελείται...

Label
Silver Lining Music
Κυκλοφορία
2/2020
Βαθμολογία
6,5
Χάρης Συμβουλίδης
Χάρης Συμβουλίδης
Ο Biff Byford είναι αγαπημένη φωνή, αλλά και φιγούρα που εκπροσωπεί εμβληματικά εκείνο το αγέρωχα μακρυμάλλικο και «βαρύ» παρελθόν, που στο ξεκίνημα των 1980s ισορρόπησε ωραία μεταξύ του σκληρού rock 'n' roll και της ανατέλλουσας new wave (of british heavy metal) αισθητικής. «Τροχίζοντας» έτσι τους Ατσάλινους Τροχούς των Saxon προς μια εποποιία η οποία ακόμα τους διατηρεί στο προσκήνιο, πλέον βέβαια ως τίμιους βετεράνους. Ως μπροστάρης τους, ο 69άχρονος τραγουδιστής από το δυτικό Yorkshire της Αγγλίας κέρδισε μπόλικη δόξα και μάλλον κάλυψε πλήρως και τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες, καθώς ουδέποτε μέχρι σήμερα δεν είχε ενδιαφερθεί για κάποια σόλο κυκλοφορία.

Οι λόγοι λοιπόν πίσω από την έκδοση του School Of Hard Knocks δεν είναι και πολύ σαφείς. Το ίδιο δε το άλμπουμ δεν προσφέρει ξεκάθαρες απαντήσεις, καθώς ναι μεν ακούμε εδώ και δυο-τρία πράγματα που ίσως δεν χωρούσαν σε δίσκο των Saxon, μα, κατά τα λοιπά, η όλη αισθητική παραπέμπει σε όσα γνωρίζουμε ήδη καλά από τη δράση τους. Εν μέρει το παραδέχεται μάλιστα και ο ίδιος ο Byford, έστω κι αν υπογραμμίζει τις διαφορές, μιλώντας π.χ. για την αγάπη του προς το AOR στυλ των Journey, για τη διασκευή του στην παραδοσιακή μπαλάντα "Scarborough Fair" (που έκαναν γνωστή στα 1960s οι Simon & Garfunkel) ή για το κάπως πιο prog τραγούδι που έγραψε με τον Fredrik Åkesson και αντανακλά τη θητεία αυτού στους Opeth.

Δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία, πάντως. Όχι τουλάχιστον από τη στιγμή που το School Of Hard Knocks αποδεικνύεται ένα καλοστεκούμενο άλμπουμ, με βαρυκόκαλες κιθάρες να κουμπώνουν τα ηλεκτρικά τους βολτ πάνω στο χρώμα και στη (νυν) χροιά του Byford. Η οποία αφήνει να φανεί πάνω της το χάραγμα του Χρόνου δίχως φτιασίδια: η (σε σημεία) πίσω τοποθέτησή της στη μίξη του Mats Valentin αποτελεί αισθητική επιλογή, όχι κρυφτούλι.

Το όλο κλίμα είναι βέβαια paleó, δίχως διακριτές παραχωρήσεις προς πιο σύγχρονες λογικές ως προς τα παιξίματα και την παραγωγή. Σε βαθμό αφόρητου συντηρητισμού, φαντάζομαι, για το κοινό που αντιλαμβάνεται τη heavy αισθητική μέσω νεότερων σχημάτων (συνήθως με μούσια και κοντά μαλλιά ή δίχως μαλλιά). Αλλά ας μην την ξανανοίξουμε εδώ αυτήν την κουβέντα, ούτε για το πού έχει καταλήξει να αρμενίζει το καράβι της alternative metal κουλτούρας, ούτε γενικότερα για το «παλιό» και το «καινούριο» σε μια εποχή που δεν γνωρίζει στην πραγματικότητα τέτοιους φράχτες, εφόσον τόσοι νέοι σε ηλικία στήνουν καριέρες ξεπατικώνοντας προγενέστερά τους πράγματα, μείον όμως τη βιωματικότητα όσων μπούμερ παραμένουν και ενεργοί και θαλεροί. Όποιος θέλει να κοροϊδεύεται μόνος του, ας κοροϊδεύεται.

Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι ο Biff Byford είναι υπεράνω κριτικής. Είναι αλήθεια π.χ. ότι το School Of Hard Knocks θα μπορούσε να κάνει και κανά ζιγκ-ζαγκ αντί να βαδίζει τόσο ευθεία (σχεδόν) σε όλα, θα μπορούσε να είχε διαλέξει μια λιγότερο ασφαλή παραγωγή δίχως να νερώσει το κρασί του, θα μπορούσε να είχε τηρήσει καλύτερες αποστάσεις από τους Saxon. Tο "Me & You", επίσης, είναι οφθαλμοφανέστατα μια δευτερότριτη κόπια των Bon Jovi: ακόμα και τα σαξόφωνά του είναι κλισέ, χειρότερα και από αυτά που έβαζε ο Θάνος Μικρούτσικος στους ύστερους δίσκους του. Άσχετα με το ότι σφίγγουμε γερά το χέρι στον Byford για τα 25 χρόνια γάμου που θέλησε να τιμήσει μέσω του άσματος.

Ό,τι πάντως και να επισημάνεις, όταν οι συνθέσεις προσφέρουν τον απαραίτητο «διάδρομο» απογείωσης, η συγκεκριμένη φωνή συν τις συγκεκριμένες ηλεκτρικές κιθάρες, το κάνουν το θαύμα τους. Μπορεί δηλαδή η hard rock εκτόξευση του "School Of Hard Knocks" να εδράζεται στο "Steel Wheels", κάτι όμως κερδίζει και από την παρουσία του Phil Campbell των Motörhead στην ηλεκτρική. Αναλόγως μπορεί το "Pedal To The Metal" να ντύνεται τον Judas Priest μανδύα, το "Hearts Of Steel" να μοιάζει με φόρο τιμής στους Saxon και το "Throw Down The Sword" να αναπαράγει τον καλπασμό των Iron Maiden, όμως πάντα υπάρχει τελικά ένα «κάτι» να κρατάει τα πράγματα στον αφρό· ακόμα κι αν μιλάμε αυστηρά και μόνο για τον ίδιο τον Byford.

Άλλωστε, υπάρχει και το "The Pit And The Pendulum" για όσους θέλαν τον Biff Byford σε κάτι έστω και ελαφρώς διαφορετικό. Και είναι μάλλον το καλύτερο στιγμιότυπο αυτής της σόλο απόπειρας: ένα φιδογυριστό σπιράλ με αρκετό στιχουργικό σκοτάδι και με μεθοδευμένη ανάπτυξη (ειδικά αν ακουστεί σε συνδυασμό με το άτυπο intro "Inquisitor"), η οποία χρωστά σε progressive καταβολές και απηχεί την προαναφερθείσα δημιουργική συμβολή του Fredrik Åkesson. Εδώ, λοιπόν, λίγο έξω από τη ζώνη ασφαλείας του, ο Byford κάνει το βήμα παραπάνω, δείχνοντας την κλάση του.

Top
0
Shares
0
Shares