Mayhem - Daemon

Η θρυλική μπάντα εξακολουθεί να στοιχειώνεται από το De Mysteriis Dom Sathanas (1994), προσεγγίζοντας αποτυχημένα την κληρονομιά του, με ένα ακραίο metal μοντέρνο μα κατά βάση κλινικό, που αφήνει πολλούς άδειους χώρους...

Label
Century Media
Κυκλοφορία
10/2019
Βαθμολογία
5,5
Χρυσόστομος Τσαπραΐλης
Χρυσόστομος Τσαπραΐλης
Η τελευταία σημαντική, ουσιαστική κυκλοφορία των Mayhem ήταν το Grand Declaration Of War του 2000. Από εκεί και πέρα (και ειδικά μετά την έλευση του Attila Csihar το 2004) βλέπω ένα συγκρότημα να πασχίζει, να προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατηθεί στη ζωή και να φανεί επίκαιρο, με αποτελέσματα που δυστυχώς δεν πείθουν ιδιαίτερα. Δεν ξεχνάω βέβαια πως πρόκειται για την κατεξοχήν μπάντα που στοιχειώνεται από το παρελθόν: η μοίρα της είναι θαρρείς βγαλμένη από αρχαία ελληνική τραγωδία. Πρόκειται δηλαδή για ένα συγκρότημα που πέθανε νέο, και, αφότου νεκραναστήθηκε, δεν κατάφερε ποτέ να απεμπλακεί από δύο βαρύτιμα, δυσοίωνα κουφάρια –τον νεκρό Euronymous και το De Mysteriis Dom Sathanas (1994)· τον καλύτερο black metal δίσκο όλων των εποχών.

Πριν 2 χρόνια οι Mayhem όργωσαν τον πλανήτη παίζοντας ζωντανά την κλασική τους δημιουργία, οπότε ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο πως η επόμενη δισκογραφική τους κίνηση θα επηρεαζόταν από την όλη εμπειρία. Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, το φετινό Daemon επιβεβαιώνει αυτήν την υποψία, καθώς υπάρχουν τμήματα του De Mysteriis Dom Sathanas ραμμένα πάνω στο σκαρί του: το βασικό groove του “Pagan Fears”, οι μπασοπαλμοί του “Life Eternal”, τα τυμπανικά γεμίσματα από το “From the Dark Past”, τα ψαλμωδιακά φωνητικά του "Daemon". Όλα, όμως, έχουν ενωθεί με έναν επιφανειακό και όχι ιδιαίτερα πετυχημένο τρόπο· σχηματίζοντας έτσι ένα γκροτέσκο τέρας του Φρανκενστάιν, το οποίο λίγη ουσιαστική σχέση έχει με το πάλαι ποτέ αριστούργημα της νορβηγικής σκηνής.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αφελή συρραφή παρελθοντικών μανιέρων, αλλά εντοπίζεται κυρίως στον πυρήνα του δίσκου: αυτό που ακούμε, είναι ένα κατά βάση κλινικό, μοντέρνο, ακραίο heavy metal με πολλούς άδειους χώρους (όσον αφορά την απουσία περιπετειωδών σιδηροδρομικών riffs). Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα των Mayhem μετά το 2000, είναι η μηχανιστική λογική με την οποία συνθέτουν. Αυτή μπορεί να λειτουργούσε περίφημα στο Grand Declaration Of War, μα πλέον τα απομεινάρια του βιομηχανικού riffing του Blasphemer ακόμη κατατρέχουν το συγκρότημα, πνίγοντας οποιαδήποτε προσπάθεια για ψυχωμένο και υπερβατικά μοχθηρό μαύρο μέταλλο.

Ο Attila Csihar, τώρα, μπορεί να είναι από τους πιο χαρισματικούς metal τραγουδιστές, όμως η ιδιαιτερότητα της έκφρασής του αποκαλύπτεται πολύ καλύτερα όταν δεν χρειάζεται να διεκπεραιώσει τυπικά black φωνητικά καθήκοντα σε μεγάλη έκταση –κάτι που δυστυχώς κάνει στο Daemon. Έτσι, πλάι στις πολύ εμβληματικές ερμηνείες του (ψαλμωδίες, γρυλίσματα, σκιεροί ψίθυροι), που παραμένουν αξεπέραστες, υπάρχουν πολλά σημεία στα οποία ο Ούγγρος δεν ξεχωρίζει από έναν δευτεροκλασάτο ερμηνευτή της ακραίας σκηνής.

Ο δίσκος δεν είναι ολότελα άσχημος, πάντως. Στο δεύτερο μισό η ποιότητα ανεβαίνει, με στιγμές που στέκονται πλάι στα καλά σημεία των μετά-2000 Mayhem. Η ατμόσφαιρα επίσης λειτουργεί ως έναν βαθμό, δημιουργώντας ένα κάποιο (κλινικό) σκοτάδι, ενώ υπάρχουν μέρη τα οποία θυμίζουν το εξαιρετικό ΕΡ Wolf’s Lair Abyss (1997). Τέλος, μετά τη μέση του bonus κομματιού “Black Glass Communion” υπάρχει το κορυφαίο σημείο του δίσκου: ένα τραχύ, δυσοίωνα καταιγιστικό riff, που αγγίζει κάτι από το πνεύμα του De Mysteriis Dom Sathanas. Εκεί φαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα για κάτι πολύ καλύτερο, πως κάτι μπορεί ακόμα να σαλέψει μέσα από τη σκόνη του χρόνου. Προφανώς, βέβαια, δεν αρκεί ένα σημείο 2 λεπτών για να πούμε ότι το Daemon είναι ένα αξιομνημόνευτο έργο.

Στον έκτο τους λοιπόν δίσκο οι Mayhem εξακολουθούν να στοιχειώνονται από το De Mysteriis Dom Sathanas, το οποίο και προσπαθούν να προσεγγίσουν όσο ποτέ άλλοτε. Δυστυχώς το εγχείρημα σκοντάφτει συνθετικά και πνευματικά, αφήνοντας κάποια θέματα και ατμόσφαιρες να αιωρούνται σαν υποσχέσεις για κάτι που δεν κατάφερε να υλοποιηθεί.

Top
0
Shares
0
Shares