Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Με Στόμα Που Γελά

Δεν ισοφαρίζει τα σπουδαία επιτεύγματα του Θεσσαλού τραγουδοποιού, διατηρεί όμως την ταυτότητά του και τον εκφραστικό του πλούτο, έχοντας ως μπροστάρη έναν θαλερό Σωκράτη Μάλαμα...

Label
Αχός/MLK
Κυκλοφορία
2/2018
Βαθμολογία
7
Χάρης Συμβουλίδης
Χάρης Συμβουλίδης

Επαρχιακή φοιτητούπολη, προ Δικτύου. Η πειρατεία σκότωνε και τότε (έλεγαν) τη μουσική κι ας αγόραζε ο κόσμος δίσκους. Κάθε μεσημέρι έστεκε προσωποποιημένη στον «Κασετά», ο οποίος άπλωνε την πραμάτεια του έξω από τη λέσχη και πούλαγε Αρβανιτάκη, Πρωτοψάλτη, Μαμά Γερνάω, Μάλαμα, Περίδη, Δεληβοριά, μα και Αγία Νοσταλγία (1993), εκείνου του «άλλου Παπακωνσταντίνου», όχι του Βασίλη. Κάποιοι σφυρηλάτησαν μια σχέση ήδη από την πρώτη-πρώτη εμπειρία της φωνής του Γιώργου Μιχαήλ να τραγουδά "Στις Χαραυγές Ξεχνιέμαι". Άλλοι το έκαναν πιο μετά, με όχημα τη Μελίνα Κανά, στον δε Βραχνό Προφήτη (2000) ήρθαν όλοι: και οι έντεχνοι και οι ροκάδες. Ναι, ακόμα και οι του φανατικώς αγγλόφωνου, που θέλανε κι εκείνοι, προ Κωστόπουλου, να μας «ξεβλαχέψουν», από το μικρότερης κλίμακας δικό τους μετερίζι.

Η γελοία αυτή ιστορία, από τα νυν επίκαιρα, έρχεται βασικά να κουμπώσει ωραία στο τι εστί Θανάσης Παπακωνσταντίνου, από την άποψη ότι ήταν και παραμένει ένας δημιουργός που βασικά βάλθηκε να μας «βλαχέψει». Θέλω να πω ότι, από την Αγία Νοσταλγία ως το Με Στόμα Που Γελά, ακόμα και στις πιο Δυτικές περιδινήσεις του, ο Παπακωνσταντίνου παρέμεινε ένας ντόπιος δημιουργός, με ορίζοντα μάλιστα επαρχιακό. Οι δίσκοι του κατέρριψαν πολλάκις το αίτημα της κριτικής για συγχρονισμό του τραγουδιού με τις αστικές ανησυχίες, μένοντας σταθερά αγκυροβολημένοι σε μια μη αθηναϊκή αντίληψη περί χρόνου, σε πιο ράθυμους ρυθμούς ζωής, δίχως παράλληλα να εξωραΐζουν όσα σκιαγράφησαν περίφημα το 1981 οι Χειμερινοί Κολυμβητές στο σπουδαίο άσμα "Κυριακή Στην Επαρχία".

Ο νέος Θανάσης Παπακωνσταντίνου δεν θα αρέσει σε όσους τον θέλουν βραχνό προφήτη ή άγρυπνο στη βροχή από κάτω. Θα τους φανεί συντηρητικός, γιατί γυρνά το ρολόι του δημιουργικού του χρόνου προς τα πίσω –γι' αυτό και ξανασυναντιέται με τον Σωκράτη Μάλαμα, τέκνο και συνοδοιπόρο της ίδιας εποχής. Δεν θα αρέσει όμως ούτε στη γενιά που βάζει τραγούδια στο YouTube, γιατί δεν είναι δίσκος που μπορείς να τον παίξεις ενώ ποστάρεις στο Facebook ή τσεκάρεις το Instagram: αν δεν τα κλείσεις όλα, να κάτσεις να τον ακούσεις, δεν θα πιάσεις τίποτα. Ούτε την αναφορά στην Τάλα, ούτε την «κακόφωνη» ικεσία υπέρ της μεγαλύτερης ερωτικής πράξης, ούτε το κουβεντολόι με τη γλάστρα, ούτε τον Herman Hesse, ούτε τα όσα πετάγονται ξάφνου από τη φρυγανιέρα.

Οι θαλερές και εκφραστικότατες ερμηνείες του Μάλαμα σφραγίζουν τη ζωηρή 1990s αίσθηση που αποπνέει ο δίσκος, όπως θα έλεγα κάνει και η παραπομπή των δέντρων του εξωφύλλου στην Ανδρομέδα και τη Γη, αλλά και η πιο στρογγυλεμένη (σε σύγκριση με το Πρόσκληση Σε Δείπνο Κυανίου του 2014) λογική της τραγουδοποιίας: η τελευταία καθιστά επιλογές σαν το "Ζητιανόξυλο" ταμάμ για ραδιοσταθμούς τύπου Δίεση, κάτι που με τη σειρά του ίσως αποτελεί αταβιστική χειρονομία προς τα ανθηρά χρόνια του «πιάσε Μελωδία». Εδώ υπάρχει λοιπόν πράγματι κάτι το αμφιλεγόμενο, κάτι που μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση υδάτων που λιμνάζουν, παρά τη φροντίδα των ενορχηστρώσεων, οι οποίες δεν αποτυγχάνουν να διατηρήσουν το γνώριμο «θανασέικο» κλίμα της αρμονικής συνύπαρξης λαούτων, τσέλων και Rhodes πλήκτρων. Ο περίφημος διάλογος Δύσης και Ανατολής συνεχίζεται, δείχνει όμως να έχει στομώσει. 

Ο δίσκος διατηρεί πάντως την ταυτότητα και τον εκφραστικό πλούτο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος για ακόμα μία φορά δείχνει ιδιαίτερα δυνατός στον στίχο. Όλα αυτά τα παλικάρια και τα κορίτσια που θέλουν να λέγονται τραγουδοποιοί του σήμερα μα προκαλούν χασμουρητά με τη φτωχή τους τέχνη, ας κάνουν έναν κόπο να δουν με πόση μαεστρία αποφεύγονται εδώ τα κλισέ, πόσο όμορφα ξεπετάγονται λέξεις (π.χ. «λάμνοντας»), παρομοιώσεις («ακίνητη σαν σαύρα») και περιγραφές («τα φωτόνια τρέχουν και μ' αγάπη σαν αγγίζουν») έξω από τη δικτατορία της μετριότητας που επιμελώς λιβανίζεται στις playlists των έντεχνων ραδιοφώνων.

Είναι λοιπόν καλός δίσκος το Με Στόμα Που Γελά. Δεν ισοφαρίζει τα σπουδαία επιτεύγματα του Θανάση Παπακωνσταντίνου, δεν θα βγάλει τραγούδι με τον αντίκτυπο εκείνων των παλιών, ίσως μάλιστα να καθιστά και πιο επιτακτική την ανάγκη για ένα εκ νέου ανακάτεμα της τράπουλας. Έρχεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τον επιβεβαιώσει ως έναν εγχώριο δημιουργό που εξακολουθεί να έχει κάτι να μας πει.

 

Top
0
Shares