search

ΔΙΕΘΝΗ

Η Νεοϋορκέζα τραγουδοποιός τόλμησε να αφεθεί και να ανοιχτεί, με αποτελέσματα τα οποία συχνά είναι συναρπαστικά. Έστω κι αν δεν κρύβουν μια αλλαγή στις ισορροπίες, που θα χρειαστεί χρόνος για να αντιμετωπιστεί...

Label | Jagjaguwar
Κυκλοφορία | 1/2019
Βαθμολογία | 7,5

Ένα παιδικό δωμάτιο, γεμάτο παιχνίδια και χρώμα –ένα όμορφο χάος.

Οπωσδήποτε, το εξώφυλλο του 5ου άλμπουμ της Sharon Van Etten έχει να κάνει με το γεγονός ότι, πλέον, είναι και μητέρα. Όμως όλη αυτή η «σκόρπια» κατάσταση που απεικονίζει θα μπορούσε να αφορά και τις πολλές παραφυάδες τις οποίες ακολούθησε η ζωή της στα 4,5 χρόνια που πέρασαν από το ιδιαίτερα παινεμένο Are We There (2014). Στο μεσοδιάστημα, η Αμερικανίδα δημιουργός καταπιάστηκε με την ηθοποιία, έγραψε soundtracks για ταινίες, πήρε μαθήματα συμβουλευτικής ψυχικής υγείας και μουσικής, δασκάλεψε άλλους τραγουδοποιούς· μέχρι και μία έκτακτη εμφάνιση ως stand-up κωμικός πραγματοποίησε.



Όλη αυτή η δημιουργικότητα επόμενο ήταν να φέρει τώρα έμπροσθεν του ακουστικού μας πεδίου μια αρκετά διαφορετική τραγουδοποιό. Η ιστορία, βέβαια, είναι γνωστή: και ποιος δεν έχει δοκιμάσει να βάλει σύνθια στον ήχο του, τη σήμερον ημέρα; Όμως η Van Etten δεν αρκείται σε κάτι που να αφορά απλώς το περίγραμμα. Αντίθετα, έχει σαφώς προσπαθήσει να μιλήσει αλλιώς, συνολικότερα. Να αποδιώξει, ας πούμε, εκείνη την κάπως δακρύβρεχτη ψυχοσύνθεση των τραγουδιών της, που έμοιαζαν να διαποτίζονται αενάως από το πονεμένο παρελθόν. Και να δει το μέλλον, αν όχι ακριβώς με αισιοδοξία, με μια διερώτηση πάντως· αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο της ευτυχίας.

Ομολογουμένως, ο στίχος μπαίνει κάμποσες φορές σε δεύτερη μοίρα, και είναι ο ήχος που καθίσταται κυρίαρχος του παιχνιδιού. Ένας ήχος που αφρίζει, που κροταλίζει, που αλυχτά: με τονισμένα ρυθμικά μέρη, με τραγανά συνθετικά σημεία, με ευρυματικά διακριτικές κιθάρες. Παρότι η δημιουργός δεν κρύβει τι είχε στον νου της ως συνιστώσες αυτής της νέας της κατεύθυνσης (οι Suicide, οι Portishead και ο Nick Cave του Skeleton Tree είναι τα ονόματα τα οποία ανέφερε στον παραγωγό John Congleton, προκειμένου να του δώσει να καταλάβει τις προθέσεις της), δεν βολεύεται εδώ με κάποιο ξεδιάντροπο κοίταγμα προς παλιές αγάπες. Έστω κι αν ξεθάβει μια διαχρονική τέτοια: τον Bruce Springsteen, για τα singles “Comeback Kid” και “Seventeen”. Είναι, όμως, το «παρακάτω» που την ενδιαφέρει.

Λειτουργεί καλά όλο αυτό τελικά. Τα “No One’s Easy To Love”, “You Shadow” και “Hands” είναι τραγούδια με τσαγανό και σαρωτικές αναπτύξεις, το “Memorial Day” κουβαλάει μια μυστηριακή, υπνωτιστική ατμόσφαιρα, ενώ το “Jupiter 4” διαθέτει μια σχεδόν εξωγήινη σαγήνη. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν και κομμάτια που βρίσκονται πιο κοντά στις προηγούμενες απόπειρες της τραγουδοποιού –οι πιανιστικές μπαλάντες “I Told You Everything”, “Malibu” και “Stay”, λ.χ.– τα οποία σε καμία περίπτωση δεν αφαιρούν δραστικά από την εικόνα του συνόλου.

Είναι διχαστικό πράγμα η εξέλιξη, αυτή είναι η αλήθεια· και μπορεί να φέρει σε αμυντική θέση ακόμα και τους θεωρητικούς θιασώτες της. Όμως, αν εξελιχθεί το πρόσωπο, πώς μπορεί το έργο να μείνει το ίδιο; Η Νεοϋορκέζα ηρωίδα μας τόλμησε τούτη τη φορά να αφεθεί και να ανοιχτεί, με αποτελέσματα τα οποία συχνά είναι συναρπαστικά, έστω κι αν δεν μπορούν να κρύψουν μια αλλαγή στις ισορροπίες, που θα χρειαστεί χρόνος για να αντιμετωπιστεί. Ο τίτλος μιλάει για το αύριο, άλλωστε, κάτι που μοιάζει να επιφυλλάσσει ακόμα πολλά για λογαριασμό της.