search

ΔΙΕΘΝΗ

Διασκευάζουν ολόκληρο τον δίσκο του 1968, φτάνοντας σε ένα ομιχλώδες υβρίδιο από βουνίσια folk, σκονισμένη country και ψυχεδελικό bluegrass –όλα περασμένα μέσα από ένα dream pop φίλτρο...

Label | Bella Union
Κυκλοφορία | 2/2019
Βαθμολογία | 7

Ωραία ιδέα το «μουσικό ριμέικ». Ιδιαίτερα όταν οι δημιουργοί δεν έχουν φιλάργυρες βλέψεις και exploitation ορέξεις, αλλά αντιθέτως θέλουν να στρέψουν τον προβολέα σε παραγνωρισμένα έργα. Eίναι η υγιέστερη μετεξέλιξη της σύγχρονης ρετρομανίας που μπορώ να φανταστώ. Αλήθεια, πόσο πιο ωραίο πράγμα είναι αυτή η κυκλοφορία, από ένα ανούσιο box set για τη 50ή επέτειο του Delta Sweete;

Στην προκειμένη περίπτωση, οι Mercury Rev μας παίρνουν απ' το χέρι για να μας (υπο)δείξουν τον δυσεύρετο δίσκο της Bobbie Gentry, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1968 και πλέον ζει σε ακροάσεις ρακοσυλλεκτών, που έχουν στείλει το Delta Sweete στη στρατόσφαιρα του cult. Το συγκρότημα από το Μπάφαλο της Νέας Υόρκης βοηθάει σε τούτο το εγχείρημά του μια ομάδα από τραγουδίστριες, οι οποίες εναλλάσσονται στις ερμηνείες των διασκευών.


Το αποτέλεσμα είναι ένα ομιχλώδες υβρίδιο από βουνίσια folk, σκονισμένη country και ψυχεδελικό bluegrass, όλα περασμένα μέσα από ένα dream pop φίλτρο. Ο δίσκος σου αφήνει μια παράξενα γαλήνια και περιπετειώδη αίσθηση, ταυτόχρονα· κυλάει σαν ένα υπέροχο avant pop όνειρο, το οποίο βλέπεις τις νύχτες που σε βασανίζει πυρετός 40. Ίσως μάλιστα αυτό ακριβώς το «ομιχλώδες» στην παραγωγή να είναι ο λόγος που οι 12 διαφορετικές ερμηνεύτριες δεν μπουχτίζουν την πυκνή ατμόσφαιρα και δεν σε αποπροσανατολίζουν απ' το ομοιογενές ύφος.

Με βάση το γυναικείο τσαγανό της Bobbie Gentry, οι Mercury Rev οραματίστηκαν ένα άλμπουμ «σκόνης και σκουριάς» (ο συνδυασμός που δεν χάνει ποτέ), με τραγούδια που δεν φέρουν καμία χρονική ετικέτα. Έφτιαξαν λοιπόν μια μισοφωτισμένη country rock όπερα, βασισμένοι σε ένα «unsung gem» της δεκαετίας του 1960, το οποίο διαχειρίζονται με τη δέουσα αυτοσυγκράτηση και αποστασιοποίηση. Αλλά δεν το κάνουν ως άλλοι outlaws, περιπλανώμενοι στην ερημική επαρχία με τις κιθάρες τους στον ώμο. Το κάνουν ως αστοί, που συνειδητά οργανώνονται για να ανασχηματίσουν την αίσθηση της αμερικανικής ερήμου με όλα τα τεχνολογικά κόλπα στη διάθεσή τους.

Οι συνεργασίες με φωνές όπως της Nora Jones, της Marissa Nadler και της Beth Orton (θελκτικές και ειλικρινείς, κατά τη γνώμη μου) μπορούν να αντιμετωπιστούν ως αποθέωση του countrypolitan ήχου, αλλά και να απορριφθούν περιφρονητικά ως μεσόκοπη μπαναλιτέ. Με τις ίδιες πιθανότητες και τα δύο.
 
Πάντως, είναι σκέτη απόλαυση να ακούς τη Lætitia Sadier των Stereolab να τραγουδάει σαν μοντέρνα Petula Clark το "Mornin' Glory". Εξίσου σπουδαία είναι και η Susanne Sundfør στο "Tobacco Road". Βάζω στοίχημα ότι, αν την ακούσει ο Robert Plant, θα ζαχαρώσει την ιδέα ενός συνεταιρικού δίσκου μαζί της, όπως έκανε στο παρελθόν και με την Alison Krauss. H Margo Price στο "Sermon" λιβανίζει με χάρη το φάντασμα του Johnny Cash. Και η Lucinda Williams σε γοητεύει στο "Ode Τo Billy Joe".

Αν μονάχα είχαν προνοήσει οι Mercury Rev να ρίξουν μεγαλύτερο βάρος στην αναλογική γοητεία των τραγουδιών και παρέκαμπταν κάπως τις παρεμβάσεις από «χρήσιμα» πλήκτρα, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Και δεν υπάρχει χειρότερος τρόπος να κλείσεις μια κριτική με τη φράση «δε βαριέσαι».